.δ.
 
 

.

ΠΝΕΥΜ.ΛΟΓΟΙ - ΟΜΙΛΙΕΣ_

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


 

 

 

 

 

 


 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΑΠΟΣΤ. ΙΑΚΩΒΟΥ ΤΟΥ ΑΔΕΛΦΟΘΕΟΥ



Ο Ιάκωβος ο Αδελφόθεος, ο αποκαλούμενος και δίκαιος, έζησε κατά την αποστολική εποχή, ενώ υπήρξε ο πρώτος επίσκοπος της εκκλησίας των Ιεροσολύμων και ο συγγραφέας της ομώνυμης Καθολικής Επιστολής καθώς και του κειμένου της πρώτης Θείας Λειτουργίας.
Έγινε μαθητής του Ιησού μετά την Ανάσταση. Αδελφόθεος ονομάστηκε γιατί ήταν από τα παιδιά του Μνήστορος Ιωσήφ από προηγούμενο γάμο του.
Δεν είναι από τους δώδεκα Αποστόλους, δηλ. ο αδελφός του Αποστόλου Ιωάννη.
Ο Απ. Παύλος μας αναφέρει ότι ο Ιησούς εμφανίστηκε μετά την ανάσταση στον Ιάκωβο και εν συνεχεία στους αποστόλους (Α΄ Κορ. ιε΄ 7), δείχνοντάς μας έτσι πως κλήθηκε με ιδιαίτερο τρόπο στο αποστολικό αξίωμα, όπως και ο ίδιος.
Η σημαντική θέση μάλιστα που κατείχε στη συνείδηση των μελών της αρχαίας εκκλησίας διαφαίνεται και από τα λόγια του Αποστόλου Παύλου, ο οποίος χαρακτηρίζει τον Ιάκωβο ως «στύλο» (Γαλ. β΄ 9) και “αποστόλο” (Γαλ. α΄ 19).
Ο Ευαγγελιστής Λουκάς μας αναφέρει στο βιβλίο των Πράξεων των Αποστόλων πως όταν ο Πέτρος αποφυλακίστηκε με θαυμαστό τρόπο, κατευθύνθηκε στο σπίτι της Μαρίας της μητέρας του Μάρκου του Ευαγγελιστού, όπου τελικά ζήτησε να απαγγείλουν τα γενόμενα και στον Ιάκωβο (Πράξεις ιβ΄ 17), ενώ όταν υποχρεώθηκε να φύγει από τα Ιεροσόλυμα, προ του κινδύνου να συλληφθεί ξανά από τον Ηρώδη Αγρίππα, παρήγγειλε να διηγηθούν τα συμβάντα στον Ιάκωβο και τους αδελφούς του (Πράξεις ιβ΄ 17). Κορυφαίοι θεολόγοι εκτιμούν πως τέτοιες κινήσεις εκλαμβάνονται ως η απαρχή της ανάληψης των ηνίων της εκκλησίας των Ιεροσολύμων από τον Ιάκωβο.
Στην Αποστολική σύνοδο (Πράξεις ιε΄ 4-29), όπου χαράχθηκε μια κοινή θέση για τους εξ εθνών χριστιανούς, ο Ιάκωβος διαδραμάτισε σημαντικότατο ρόλο. Ο ίδιος μάλιστα, μέσα από την περιγραφή του σχετικού χωρίου της Α. Γραφής, διαφαίνεται ως ο επικεφαλής της συνόδου. Έτσι λαμβάνει θέση ώστε να επιλυθεί το πρόβλημα με τους εξ εθνών χριστιανούς, τασσόμενος υπέρ της άποψης που έλεγε ότι οι εξ εθνών πιστοί να μην επιβαρύνονται με την περιτομή, αλλά να δοθεί ιδιαίτερη μνεία για την ηθική πορεία του βίου τους και την αποχή από τα έθιμα των ειδωλολατρών (Πρ. ιε΄ 19-20), συμφωνώντας με τη θέση του Απ. Παύλου.
Ο Ιάκωβος, αντίθετα με τους υπολοίπους Αποστόλους, φαίνεται πως δεν εγκατέλειψε τα Ιεροσόλυμα, περιορίζοντας την αποστολική του δράση στους Ιουδαίους (Γαλ. β΄9) και μάλιστα στους κατοίκους των Ιεροσολύμων.
Την μοναδική Επιστολή που συνέγραψε, την πρώτη από τις επτά συνολικά Καθολικές που περιλαμβάνονται στον κανόνα της Κ.αινής Διαθήκης, την απευθύνει όχι προς τους πιστούς μίας συγκεκριμένης τοπικής Εκκλησίας, αλλά προς όλους καθολικώς τους πιστούς, προς όλους τους Ιουδαίους, που πίστευσαν στον Χριστό και ήσαν διεσπαρμένοι σε όλα τα μέρη του κόσμου, και γι’ αυτό ονομάζεται Καθολική Επιστολή.
Η επιστολή έχει εγκύκλιο χαρακτήρα και γράφτηκε απ' ευθείας στα ελληνικά γιατί και οι αποδέκτες της μιλούσαν την ελληνική και πολλοί απ' αυτούς δε γνωρίζαν τα Εβραϊκά. Στην Επιστολή συμπεριλαμβάνονται μικρά ανεξαρτητα θέματα που ίσως τα είχε κηρύξει ο ίδιος. Προφανώς υπενθυνίζει τα κηρύγματά του στους παλαιούς ακροατές του.
Στην επιστολή αυτή διδάσκει, πρώτον, την διαφορά που έχουν οι πειρασμοί. Ποιος πειρασμός γίνεται στον άνθρωπο κατά παραχώρηση του Θεού και ποιος προξενείται από την επιθυμία του ανθρώπου. Δεύτερον, ότι οι Χριστιανοί πρέπει να δείχνουν την πίστη τους όχι μόνον με λόγια αλλά κυρίως με έργα.
Τρίτον, παραγγέλλει να μη προτιμώνται στην Εκκλησία οι πλούσιοι περισσότερον από τους πτωχούς, αλλά μάλλον να επιπλήττονται οι πλούσιοι ως υπερήφανοι. Τέταρτον δε και τελευταίο, αφού παρηγορεί ο Άγιος εκείνους που αδικούνται και τους παρακινεί να μακροθυμούν και να υπομένουν μέχρι την Δευτέρα παρουσία του Χριστού, δείχνοντάς τους με το παράδειγμα του Ιώβ το πόσον χρήσιμη είναι η υπομονή, παραγγέλλει στους ασθενείς να προσκαλούν τους ιερείς να τους χρίουν με έλαιο
(ως προτύπωση του Ιερού Μυστηρίου του Χρίσματος). Και όλοι οι πιστοί να προσπαθούν να επαναφέρουν στο δρόμο της αλήθειας αυτούς που έχουν πλανηθεί από αυτή, επειδή σε αυτούς δίδεται μισθός από τον Κύριο, η άφεση των αμαρτιών τους”.
Στο δ΄κεφάλαιο σημαντική θέση κατέχουν θέματα όπως: “Το ίδιον θέλημα, οι ηδονές και η φιλία του κόσμου που συνιστούν την υπερηφάνεια. Η ανάγκη υποταγής εις τον Θεόν. Η έννοια το ''εγγίσατετω Θεώ''. Η καθαρότητα των χειρών και η αγνότητα των καρδιών. Η Διόρθωση του κακού και η επιστροφή εις τόν Θεόν. Η καταλαλιά εναντίον των αδελφών.  Η αυτοπεποίθηση για τα μελλοντικά μας σχέδια. Η επερχομένη ταλαιπωρία των εχόντων τον πλούτο και η εσχατολογική της διάστασις.”
Ο άγιος Ιάκωβος συνέγραψε την πρώτη θεία Λειτουργία, η οποία είναι κατανυκτική και διασώζει τον τρόπο λατρείας των Χριστιανών των Αποστολικών χρόνων. Τελείται και σήμερα, την ημέρα της εορτής του, σε ελάχιστους Ιερούς Ναούς.