.δ.
 
 

.

ΠΝΕΥΜ.ΛΟΓΟΙ - ΟΜΙΛΙΕΣ

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΥΠΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ
ΚΑΘΗΓΟΥΜΕΝΟΥ
ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ
ΑΡΧΙΜ. π. ΙΑΚΩΒΟΥ
ΜΠΙΖΑΟΥΡΤΗ

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΛΟΓΟΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΓΡΥΠΝΙΑΝ ΕΠΙ ΤΗ ΙΕΡΑ ΜΝΗΜΗ
ΤΗΣ ΟΣΙΑΣ ΜΗΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΞΕΝΗΣ, (23/24-01-2004)


 

<<Θάλαμον λιπούσα τον νυμφικόν, ξενοτρόπως Μήτερ, ηκολούθησας τω Χριστώ, ω και νυμφευθείσα, τη ξένη βιοτή σου, ω Ξένη πανολβία, ημών μνημόνευε.>>

Σεβαστοί πατέρες, Αγαπητοί Αδελφοί.

Πολλούς και μεγάλους αγωνιστές έχει να επιδείξει ο ανδρώος Μοναχισμός, για τούς οποίους δικαίως καυχάται, χαίρει και σεμνύνεται η Εκκλησία του Χριστού. Όμως και το γυναικείο φύλο, αν και πολλοί το ονομάζουν ασθενές, έχει να επιδείξει στο διάβα των αιώνων μεγάλες ασκητικές μορφές, οι οποίες ενίοτε και υπερέβαλαν τούς άνδρες εις τούς μοναχικούς αγώνες και τα παλαίσματα, επιδεικνύοντας ένθεο ζήλο και καλλιεργώντας το θείο έρωτα.
Μια από αυτές τις ανυπέρβλητες μορφές τού γυναικείου μοναχισμού είναι και η σήμερον τιμώμενη Οσία Μήτηρ ημών Ξένη, η οποία καταγόταν μεν από την Πρεσβυτέρα Ρώμη, ενησκήθη όμως, και εδοξάσθη εις τα περίχωρα τής πόλεως Μύλασα της Καρίας κατά την Μικρά Ασία. Εκεί ευρέθη ακολουθούσα τον κατά θαυμαστό τρόπο υποδειχθέντα εις αυτήν, πνευματικό πατέρα. Οι φυσικοί της γονείς, ευγενείς Ρωμαίοι, οι οποίοι μάλιστα μερίμνησαν ιδιαιτέρως για την μόρφωσή της, την προετοίμαζαν για γάμο με νέο τής αυτής κοινωνικής τάξεως. Η Οσία όμως, είχε άλλα κατά νούν και λίγες μόλις ημέρες πριν την ημερομηνία τού γάμου της, αφού συνεννοήθηκε με δύο θεραπαινίδες της, οι οποίες προθυμοποιήθηκαν να την ακολουθήσουν, νύκτα δραπέτευσε από το πατρικό της σπίτι προσευχόμενη εις τον Κύριο της Δόξης να της υποδείξει ποία οδό έπρεπε να ακολουθήσει ώστε να εκπληρώσει τον πνευματικό πόθο της ισοβίου παρθενίας και ασκήσεως. Ο Κύριος οδήγησε τα βήματα των τριών γυναικών κατ’ αρχήν εις την νήσο Κω, εν συνεχεία δε εις τα Μύλασα κατά θαυμαστό τρόπο. Και ήταν θαυμαστός ο τρόπος γιατί η Οσία προσευχόταν θερμώς εις τον Θεό να της φανερώσει κατάλληλο και απλανή πνευματικό οδηγό, ώστε να τον καταστήσει πατέρα της ψυχής της και να οδηγηθεί εις νομάς σωτηρίους. Ενώ δε προσευχόταν θερμώς εις την Κω είδε έναν ηλικιωμένο κληρικό να πλησιάζει, ο οποίος μάλιστα είχε ξεχωριστή, λαμπρά όψη και εφαίνετο ότι ενεφορείτο υπό του Παναγίου Πνεύματος. Αφού τον πλησίασε η Οσία διακρίβωσε ότι επρόκειτο περί του Οσίου Παύλου, ο οποίος κατ’ εκείνον μεν τον καιρόν ήταν Ηγούμενος εις ένα ανδρικό Μοναστήρι έξω από τα Μύλασα, αργότερα δε έγινε και Επίσκοπος της πόλεως εκείνης. Αυτός δε ευρίσκετο εις την Κω προσωρινώς επιστρέφων από Ιερό Προσκύνημα εις τους Αγίους Τόπους. Αυτόν ακολούθησε η Οσία και ευρέθη μαζί με τις θεραπαινίδες της εις τα Μύλασα. Με την υπόδειξή του δε, ανήγειρε γυναικείο Μοναστήρι προς τιμήν του Αγίου Ενδόξου Πρωτομάρτυρος και Αρχιδιακόνου Στεφάνου, το οποίο με την παρέλευση ετών ανεδείχθη εις περιφανή παρθενώνα όπου ενασκούντο δεκάδες μοναζουσών υπό την επίβλεψη της Οσίας.
Το τέλος της ήταν αγγελικό, όπως αγγελομίμητη ήταν η επί γης ζωή της. Προγνωρίζουσα την ώρα της κοιμήσεώς της, ζήτησε και έλαβε συγχώρηση από όλες τις συμμονάστριές της. Όταν κλείσθηκε στον Ναό της Μονής, μετά από λίγο, υπερφυσικό φως φάνηκε και άρρητος ευωδία γέμισε την ατμόσφαιρα. Οι Μοναχές εισήλθαν εις τον Ναό και ευρήκανε την Οσία να κείται επί τού εδάφους. Ο δε μακάριος Γέροντάς της και Πνευματικός της Πατέρας βλέποντας στον ουρανό το σημείο του Σταυρού εντός κύκλου αστέρων κατάλαβε ότι η μακαρία Ξένη εκοιμήθη.
Αμέσως μετέβη μετά πλήθους Χριστιανών εις την Γυναικεία Μονή και τέλεσε πανδήμως την εξόδιο ακολουθία της Οσίας.
Πολλά είναι τα σημεία τού βίου της Οσίας εις τα οποία θα μπορούσαμε να επικεντρώσουμε την προσοχή μας. Αξίζει όμως, ειδικώς απόψε να υπογραμμίσουμε τον πόθο της Οσίας και την ιδιαίτερη προσευχή την οποία έκανε προκειμένου να της υποδείξει ο Θεός τον πλέον κατάλληλο για την ψυχή της Πνευματικό. Θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι είναι ακατανόητη αυτή η ανάγκη της Οσίας. Έχοντας ήδη αναχωρήσει με σκοπό την αφιέρωση εις την ζωή της νήψεως και της ασκήσεως, γνώριζε να κάνει πνευματικές επιλογές και να αποζητά το τέλειο, μάλιστα δε και το απόλυτο εις την πνευματική ζωή. Τι χρειαζόταν λοιπόν τον Πνευματικό και μάλιστα τόσο πολύ ώστε να κάνει το αίτημά της αυτό πρωταρχικό θέμα προσευχής;
Το ερώτημα αυτό, αγαπητοί μου, μοιάζει με το ερώτημα πολλών σημερινών ανθρώπων, δυστυχώς και μερικών της εκκλησίας, οι οποίοι αδυνατώντας να καταλάβουν τη σπουδαιότητα της υπάρξεως του πνευματικού Πατρός εις την συστηματική πνευματική καλλιέργεια της ψυχής, αναρωτιούνται γιατί χρειάζεται να καταφεύγουν εις ανθρώπους προκειμένου να επιτύχουν την άφεση, ή να αποζητούν την πνευματική καθοδήγηση εις όντα ομοιοπαθή, υποκείμενα εις τους αυτούς φυσικούς και πνευματικούς νόμους.
Απαντώντας κανείς εις την προαναφερθείσα ένσταση πολλών περί της σκοπιμότητας της υπάρξεως Πνευματικού Πατρός, οφείλουμε εν πρώτοις να θυμίσουμε ότι η ύπαρξή τους είναι θέλημα Θεού. Ο Κύριος έδωκε στους Αγίους Αποστόλους την εξουσία του δεσμείν και λύειν τις αμαρτίες των ανθρώπων, <<αν τίνων αφήτε τας αμαρτίας, αφίενται αυτοίς, αν τίνων κρατείτε κεκράτηνται>> (Ιωάν. κ΄ 23). Βεβαίως, η εξουσία αυτή είναι ίδιον του Θεού, <<τις γαρ δύναται αφιέναι αμαρτίας, ει μη εις, ο Θεός;>> (Μάρκ. β΄ 7). Όμως, ο Θεός, δια των ανωτέρω λόγων Του, απέδειξε το πανυπερτέλειο θέλημά Του να απονείμει την εξουσία αυτήν εις τους ανθρώπους και μάλιστα όχι οποιουσδήποτε, αλλά τους ειδικώς εντεταλμένους και επιφορτισμένους με τη μέριμνα της Εκκλησίας. Έτσι οι Απόστολοι κατ’ αρχή, και εις διαδοχή αυτών οι Επίσκοποι πρωτίστως και τη εντολή αυτών οι λοιποί Πρεσβύτεροι απέκτησαν την εξουσία του <<δεσμείν και λύειν>> τις αμαρτίες των ανθρώπων. Υπείκοντες δε τη Θεία εντολή οι πάντες, καταλαβαίνουμε ότι για να επιτύχουμε την άφεση οφείλουμε να στραφούμε προς τον Πνευματικό Πατέρα, αφού ούτως ηυδόκησεν ο Θεός.
Όμως, ο Θεός δεν ενεργεί ποτέ αυθαιρέτως και δεν επιβάλλει εις τους ανθρώπους φορτία νόμων χωρίς να τα αιτιολογήσει επαρκώς, ώστε συγκατατιθέμενος ο άνθρωπος εκουσίως και αυτοπροαιρέτως να αναλάβει το φορτίο της εργασίας των Θείων εντολών. Έτσι, ο Θεός ανέθεσε εις τους Πνευματικούς Πατέρες το έργο της χορηγήσεως της αφέσεως και όχι εις τους Αγγέλους διότι οι Άγγελοι, ακριβώς επειδή δεν μπορούν να αμαρτήσουν, δεν έχουν την εμπειρία της μεγάλης αυτής πάλης η οποία επιτελείται εις την ψυχή μέχρι να φθάσει να χάσει τη Χάρη και να πέσει εις το δίκτυο του σατανά. Ο ομοιοπαθής όμως, ως άνθρωπος Πνευματικός έχει ήδη βιώσει μέσα του στον εαυτό του την πάλη την ου προς αίμα και σάρκα, αλλά προς τας αρχάς και τας εξουσίας του κοσμοκράτορος του σκότους του αιώνος τούτου, και συνεπώς γνωρίζει καλώς τα στάδια αυτής της πάλης, αλλά και τον πόνο της πτώσεως και τα τραύματα τα οποία προξενεί. Ο άγγελος, ο προερχόμενος από τελεία συμμόρφωση και πλήρη υπακοή εις το θέλημα του Παναγίου Θεού θα εξανίστατο έμπλεως Θείας αγανακτήσεως με την παραμικρά πτώση του ανθρώπου, ο ομοειδής όμως, Πνευματικός Πατήρ γνωρίζει να συγκλαίει και να δικαιολογεί, αλλά και να θεραπεύει <<επιχέων έλαιον και οίνον επί τας πληγάς>>. Ο άγγελος θα αντιμετώπιζε την κάθε πληγή ως δικαστής της, ο Πνευματικός όμως γνωρίζει να συμπεριφέρεται ως Πατέρας ο οποίος κυνηγά για να γλιτώσει τον άσωτο <<εκ των τρυμαλιών των πετρών>> και να τον επιστρέψει εις την ασφαλή μάνδρα της Εκκλησίας.
Όμως, και για άλλον ακόμη λόγο ορίζει ο Θεός ως θέλημα Του, το να καταφεύγει ο άνθρωπος εις Πνευματικό προκειμένου διαρκώς να διασφαλίζει την πορεία του προς την σωτηρία και την λύτρωση. Ο λόγος είναι ότι ομολογώντας ο άνθρωπος εις άλλον άνθρωπο τα παραπτώματά του, ταπεινώνεται. Εάν εξομολογείτο ο άνθρωπος απ’ ευθείας στον τέλειο Θεό, θα είχε να αντιτάξει ότι ο ιστάμενος απέναντί του είναι τέλειος και εκτός αμαρτίας ως ο μόνος άγιος. Θα θεωρούσε δε ως τελείως φυσικό το να πέσει και έτσι θα ταύτιζε την αμαρτητική του κατάσταση με τις ιδιότητες της ανθρωπίνης φύσεως. Έχων όμως, απέναντί του άλλον άνθρωπο, εξίσου χοϊκόν, όμως Πνευματικόν, αντιλαμβάνεται ότι η αμαρτία είναι κάτι εκτός της ανθρωπίνης φύσεως, το οποίον καλείται να αποβάλει για να επιστρέψει εις την φυσική του ανθρώπου κατάσταση, αυτήν της αναμαρτησίας και της εργασίας του Θείου θελήματος. Συγκρίνων δέ τον εαυτόν του με την υπεροχική κατάσταση του Πνευματικού, ομολογεί την ιδική του έλλειψη. Ταπεινούμενος δε κατ’ αυτόν τον τρόπο, απαλλάσσεται και αποφεύγει τη μεγίστη καταισχύνη του να αποκαλυφθούν οι ανομολόγητες πράξεις του εν ημέρα κρίσεως ενώπιον πάντων των ανθρώπων, όλων των αιώνων και των εποχών, από Αδάμ έως της συντελείας του αιώνος.
Αδελφοί μου.
Εισερχόμενοι εις τον Ναό του Κυρίου ανάβουμε ο καθένας το κερί μας. Το κερί είναι τοποθετημένο υπτίως και σβηστό, δίπλα εις την πόρτα του Ναού, σύμβολο του ότι εκτός Εκκλησίας ο άνθρωπος πίπτει και χάνει το πνευματικό του φως. Εισερχόμενος όμως, ο άνθρωπος εις την εκκλησία ανορθούται δια της χάριτος των Μυστηρίων και ίσταται μετά των άλλων αδελφών, οι οποίοι απαρτίζουν το Σώμα της Εκκλησίας. Προσέξατε παρακαλώ, την λεπτομέρεια.
Ο άνθρωπος δεν ανάβει το κερί του όπως αυτό θέλει, αλλά παίρνοντας το φως από άλλο κερί. Και αυτό είναι ο κατ’ εξοχήν συμβολισμός ότι στην Εκκλησία εισερχόμεθα και αγιαζόμεθα δια των άλλων ανθρώπων, οι οποίοι γίνονται έτσι, όργανα του Θεού. Το κατ’ εξοχήν δε όργανο το οποίο απεργάζεται τη σωτηρία μας, αλλά και φέρει την ευθύνη για αυτήν είναι ο Πνευματικός μας Πατέρας. Άνθρωπος μεν, αλλά του Θεού. Χοϊκός μεν, αλλ’ έμπειρος εις τα πνευματικά με συναίσθηση της ευθύνης, αλλά και με τη Χάρη έκδηλη κατά την επιτέλεση του έργου του.
Για τούτο και ο Θεός θέσπισε την ύπαρξη του Πνευματικού Πατρός εις τη πορεία της ζωής του ανθρώπου. Για τούτο και χρέος όλων μας είναι να αναζητήσουμε και να εύρουμε τον κατάλληλο για την ψυχή μας Πνευματικό Πατέρα, και όταν τον εύρουμε να προσέχουμε εις τα λόγια του με υποδειγματική υπακοή και αφοσίωση, όντας βέβαιοι ότι έτσι εκπληρώνουμε το θέλημα του Πατρός μας του εν ουρανοίς. Σήμερα λοιπόν, εορτή της Οσίας ημών Ξένης, της γυναίκας, η οποία κατά το κρισιμότερο διάστημα της ζωής της δεν ζήτησε άλλη βοήθεια από το Θεό, παρά να της φανερώσει τον καταλληλότερο για Πνευματικό της και έλαβε αμέσως Θεία απάντηση, ας παρακαλέσουμε τον Άγιο Θεό να μας φωτίσει ώστε να βρούμε τον Άγιο για την ψυχή μας Πνευματικό Πατέρα και να μας τονώσει την απόφαση να τον ακολουθήσουμε με φρόνημα σταθερό και ταπεινό, βέβαιοι ότι η σωτηρία μας ευρίσκεται εις τα χέρια του. Αμήν.